調ちょうわせる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ενεργώ ως σύνολο, ενεργώ συντονισμένα, διατηρώ τον ρυθμό, συμβαδίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
歩調を合わせる
Παρόν (ευγενικό)
歩調を合わせます
Άρνηση (απλή)
歩調を合わせない
Άρνηση (ευγενική)
歩調を合わせません
Παρελθόν (απλό)
歩調を合わせた
Παρελθόν (ευγενικό)
歩調を合わせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
歩調を合わせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
歩調を合わせませんでした
Τε-μορφή
歩調を合わせて
Δυνητική
歩調を合わせられる
Προστακτική
歩調を合わせろ
Βουλητική
歩調を合わせよう
Υποθετική (ば)
歩調を合わせれば