歯が立たない
άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός δεν μπορώ να ανταγωνιστώ, αδυνατώ να επιφέρω πλήγμα (π.χ. σε ένα πρόβλημα), αδυνατώ να πετύχω καλό χτύπημα (π.χ. σε έναν καυγά)
- 02 δυσμάσητος, σκληρός στη μάσηση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 歯が立たない
- Παρόν (ευγενικό)
- 歯が立たないです
- Άρνηση (απλή)
- 歯が立たなくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 歯が立たなくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 歯が立たなかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 歯が立たなかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 歯が立たなくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 歯が立たなくなかったです
- Τε-μορφή
- 歯が立たなくて
- Υποθετική (ば)
- 歯が立たなければ
- Υποθετική (たら)
- 歯が立たなかったら