άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 είμαι εντός των δυνατοτήτων μου
  2. 02 μασιέμαι εύκολα

Κλίση

Παρόν (απλό)
歯が立つ
Παρόν (ευγενικό)
歯が立ちます
Άρνηση (απλή)
歯が立たない
Άρνηση (ευγενική)
歯が立ちません
Παρελθόν (απλό)
歯が立った
Παρελθόν (ευγενικό)
歯が立ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
歯が立たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
歯が立ちませんでした
Τε-μορφή
歯が立って
Δυνητική
歯が立てる
Προστακτική
歯が立て
Βουλητική
歯が立とう
Υποθετική (ば)
歯が立てば