ぎしり

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ακούσιο νυχτερινό τρίξιμο δοντιών, βρυγμός
  2. 02 τρίξιμο των δοντιών από θυμό ή αγανάκτηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
歯ぎしりする
Παρόν (ευγενικό)
歯ぎしりします
Άρνηση (απλή)
歯ぎしりしない
Άρνηση (ευγενική)
歯ぎしりしません
Παρελθόν (απλό)
歯ぎしりした
Παρελθόν (ευγενικό)
歯ぎしりしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
歯ぎしりしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
歯ぎしりしませんでした
Τε-μορφή
歯ぎしりして
Δυνητική
歯ぎしりできる
Προστακτική
歯ぎしりしろ
Βουλητική
歯ぎしりしよう
Υποθετική (ば)
歯ぎしりすれば