Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
歯ごたえ
歯
歯
は
ごたえ
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
υφή, αίσθηση κατά τη μάσηση της τροφής
02
πρόκληση, δυσκολία (π.χ. σε εργασία ή βιβλίο)