歯する
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 απαρχαιωμένο συνδέομαι, συναναστρέφομαι, στέκομαι στο πλευρό κάποιου (ως ίσος)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 歯する
- Παρόν (ευγενικό)
- 歯します
- Άρνηση (απλή)
- 歯しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 歯しません
- Παρελθόν (απλό)
- 歯した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 歯しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 歯しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 歯しませんでした
- Τε-μορφή
- 歯して
- Δυνητική
- 歯できる
- Προστακτική
- 歯しろ
- Βουλητική
- 歯しよう
- Υποθετική (ば)
- 歯すれば
- Υποθετική (たら)
- 歯したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 歯したい
- Απαγορευτική (~な)
- 歯するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 歯しなさい
- Παθητική
- 歯される
- Αιτιατική
- 歯させる