きぬせない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός μιλάω έξω από τα δόντια, είμαι ειλικρινής, μιλάω ευθέως, είμαι σταράτος

Κλίση

Παρόν (απλό)
歯に衣を着せない
Παρόν (ευγενικό)
歯に衣を着せないです
Άρνηση (απλή)
歯に衣を着せなくない
Άρνηση (ευγενική)
歯に衣を着せなくないです
Παρελθόν (απλό)
歯に衣を着せなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
歯に衣を着せなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
歯に衣を着せなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
歯に衣を着せなくなかったです
Τε-μορφή
歯に衣を着せなくて
Υποθετική (ば)
歯に衣を着せなければ