わない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τρέμω από το κρύο ή τον φόβο

Κλίση

Παρόν (απλό)
歯の根が合わない
Παρόν (ευγενικό)
歯の根が合わないです
Άρνηση (απλή)
歯の根が合わなくない
Άρνηση (ευγενική)
歯の根が合わなくないです
Παρελθόν (απλό)
歯の根が合わなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
歯の根が合わなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
歯の根が合わなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
歯の根が合わなくなかったです
Τε-μορφή
歯の根が合わなくて
Υποθετική (ば)
歯の根が合わなければ