みが

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βουρτσίζω τα δόντια μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
歯を磨く
Παρόν (ευγενικό)
歯を磨きます
Άρνηση (απλή)
歯を磨かない
Άρνηση (ευγενική)
歯を磨きません
Παρελθόν (απλό)
歯を磨いた
Παρελθόν (ευγενικό)
歯を磨きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
歯を磨かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
歯を磨きませんでした
Τε-μορφή
歯を磨いて
Δυνητική
歯を磨ける
Προστακτική
歯を磨け
Βουλητική
歯を磨こう
Υποθετική (ば)
歯を磨けば