てる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δαγκώνω, βυθίζω τα δόντια μου σε κάτι, τσιμπώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
歯を立てる
Παρόν (ευγενικό)
歯を立てます
Άρνηση (απλή)
歯を立てない
Άρνηση (ευγενική)
歯を立てません
Παρελθόν (απλό)
歯を立てた
Παρελθόν (ευγενικό)
歯を立てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
歯を立てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
歯を立てませんでした
Τε-μορφή
歯を立てて
Δυνητική
歯を立てられる
Προστακτική
歯を立てろ
Βουλητική
歯を立てよう
Υποθετική (ば)
歯を立てれば