歯はを食くいしばる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός υπομένω μια τραγωδία, αντέχω τον πόνο, συγκρατώ τα νεύρα μου, ανέχομαι, σφίγγω τα δόντια μου

Παραδείγματα

  • 歯はを食くいしばって、がんばります。

    Θα σφίξω τα δόντια και θα προσπαθήσω σκληρά.

  • 痛いたみに耐たえるため、彼かれは歯はを食くいしばった。

    Για να αντέξει τον πόνο, έσφιξε τα δόντια του.

  • 突然とつぜんの悲劇ひげきにも、彼女かのじょは歯はを食くいしばって困難こんなんを乗のり越こえようとした。

    Παρά την ξαφνική τραγωδία, προσπάθησε να ξεπεράσει τις δυσκολίες, σφίγγοντας τα δόντια της.

Κλίση

Παρόν (απλό)
歯を食いしばる
Παρόν (ευγενικό)
歯を食いしばります
Άρνηση (απλή)
歯を食いしばらない
Άρνηση (ευγενική)
歯を食いしばりません
Παρελθόν (απλό)
歯を食いしばった
Παρελθόν (ευγενικό)
歯を食いしばりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
歯を食いしばらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
歯を食いしばりませんでした
Τε-μορφή
歯を食いしばって
Δυνητική
歯を食いしばれる
Προστακτική
歯を食いしばれ
Βουλητική
歯を食いしばろう
Υποθετική (ば)
歯を食いしばれば