Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
歯止め
はどめ
歯
歯
は
止
ど
め
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
φρένο, τροχοπέδη, αναστολέας
02
φρένο (στον πληθωρισμό, στις δαπάνες κ.λπ.), έλεγχος, περιορισμός, (επιβεβλημένο) όριο