ぐるまがかみ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συμπλέκω (για γρανάζια), εναρμονίζομαι (για άτομα, οργανισμούς, κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
歯車がかみ合う
Παρόν (ευγενικό)
歯車がかみ合います
Άρνηση (απλή)
歯車がかみ合わない
Άρνηση (ευγενική)
歯車がかみ合いません
Παρελθόν (απλό)
歯車がかみ合った
Παρελθόν (ευγενικό)
歯車がかみ合いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
歯車がかみ合わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
歯車がかみ合いませんでした
Τε-μορφή
歯車がかみ合って
Δυνητική
歯車がかみ合える
Προστακτική
歯車がかみ合え
Βουλητική
歯車がかみ合おう
Υποθετική (ば)
歯車がかみ合えば