れきのこ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μένω στην ιστορία, καταγράφω στα ιστορικά βιβλία

Κλίση

Παρόν (απλό)
歴史に残る
Παρόν (ευγενικό)
歴史に残ります
Άρνηση (απλή)
歴史に残らない
Άρνηση (ευγενική)
歴史に残りません
Παρελθόν (απλό)
歴史に残った
Παρελθόν (ευγενικό)
歴史に残りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
歴史に残らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
歴史に残りませんでした
Τε-μορφή
歴史に残って
Δυνητική
歴史に残れる
Προστακτική
歴史に残れ
Βουλητική
歴史に残ろう
Υποθετική (ば)
歴史に残れば