なせる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αφήνω να πεθάνει
  2. 02 ευφημισμός σκοτώνω, προκαλώ τον θάνατο

Κλίση

Παρόν (απλό)
死なせる
Παρόν (ευγενικό)
死なせます
Άρνηση (απλή)
死なせない
Άρνηση (ευγενική)
死なせません
Παρελθόν (απλό)
死なせた
Παρελθόν (ευγενικό)
死なせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
死なせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
死なせませんでした
Τε-μορφή
死なせて
Δυνητική
死なせられる
Προστακτική
死なせろ
Βουλητική
死なせよう
Υποθετική (ば)
死なせれば