死に追いやる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ωθώ στον θάνατο (π.χ. μέσω αυτοκτονίας), προκαλώ τον θάνατο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 死に追いやる
- Παρόν (ευγενικό)
- 死に追いやります
- Άρνηση (απλή)
- 死に追いやらない
- Άρνηση (ευγενική)
- 死に追いやりません
- Παρελθόν (απλό)
- 死に追いやった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 死に追いやりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 死に追いやらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 死に追いやりませんでした
- Τε-μορφή
- 死に追いやって
- Δυνητική
- 死に追いやれる
- Προστακτική
- 死に追いやれ
- Βουλητική
- 死に追いやろう
- Υποθετική (ば)
- 死に追いやれば
- Υποθετική (たら)
- 死に追いやったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 死に追いやりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 死に追いやるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 死に追いやりなさい
- Παθητική
- 死に追いやられる
- Αιτιατική
- 死に追いやらせる