死しぬ

ρήμα | N5 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πεθαίνω, αποβιώνω
  2. 02 χάνω το κέφι μου, χάνω τη ζωντάνια μου, δείχνω άψυχος
  3. 03 σταματώ, παύω

Παραδείγματα

  • 魚さかなが死しんだ。

    Το ψάρι πέθανε.

  • 疲つかれて死しにそうだよ。

    Είμαι τόσο κουρασμένος, λες και θα πεθάνω.

  • 暑あつすぎて、本当ほんとうに死しにそうだよ。

    Κάνει τρομερή ζέστη, θα σκάσω!

Κλίση

Παρόν (απλό)
死ぬ
Παρόν (ευγενικό)
死にます
Άρνηση (απλή)
死なない
Άρνηση (ευγενική)
死にません
Παρελθόν (απλό)
死んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
死にました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
死ななかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
死にませんでした
Τε-μορφή
死んで
Δυνητική
死ねる
Προστακτική
死ね
Βουλητική
死のう
Υποθετική (ば)
死ねば