επιφώνημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χυδαίο ψόφα, πήγαινε στο διάολο, άντε γαμήσου

Παραδείγματα

  • まえ

    Εσύ, ψόφα!

  • もういやだ。みんなばいいのに。

    Βαρέθηκα πια. Μακάρι να ψοφούσαν όλοι.

  • あんなことをやつは、いっそいとすらおもってしまう。

    Αυτός που λέει τέτοια πράγματα, φτάνω στο σημείο να σκέφτομαι ότι καλύτερα να ψοφούσε.