にん

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πτώμα, νεκρός άνθρωπος

Παραδείγματα

  • 死人しにんました。

    Είδα έναν νεκρό.

  • その場所ばしょには死人しにんがたくさんいました。

    Υπήρχαν πολλοί νεκροί σε εκείνο το μέρος.

  • まるで死人しにんのようにうごかないかれて、みな不安ふあんになりました。

    Όλοι ανησύχησαν βλέποντάς τον ακίνητο, σαν νεκρό.