りょくくす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καταβάλλω κάθε δυνατή προσπάθεια, ενεργώ απεγνωσμένα, κάνω μια ύστατη προσπάθεια

Κλίση

Παρόν (απλό)
死力を尽くす
Παρόν (ευγενικό)
死力を尽くします
Άρνηση (απλή)
死力を尽くさない
Άρνηση (ευγενική)
死力を尽くしません
Παρελθόν (απλό)
死力を尽くした
Παρελθόν (ευγενικό)
死力を尽くしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
死力を尽くさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
死力を尽くしませんでした
Τε-μορφή
死力を尽くして
Δυνητική
死力を尽くせる
Προστακτική
死力を尽くせ
Βουλητική
死力を尽くそう
Υποθετική (ば)
死力を尽くせば