ぞう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θησαύριση, αποθήκευση (χωρίς χρήση)

Κλίση

Παρόν (απλό)
死蔵する
Παρόν (ευγενικό)
死蔵します
Άρνηση (απλή)
死蔵しない
Άρνηση (ευγενική)
死蔵しません
Παρελθόν (απλό)
死蔵した
Παρελθόν (ευγενικό)
死蔵しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
死蔵しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
死蔵しませんでした
Τε-μορφή
死蔵して
Δυνητική
死蔵できる
Προστακτική
死蔵しろ
Βουλητική
死蔵しよう
Υποθετική (ば)
死蔵すれば