Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
残った分
残
残
のこ
った
分
ぶん
άλλο, ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
υπόλοιπο, απομένον τμήμα