のこ

ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μένω, απομένω

Παραδείγματα

  • 牛乳ぎゅうにゅうすくのこっている。

    Έχει μείνει λίγο γάλα.

  • 仕事しごとがまだたくさんのこっている。

    Έχω ακόμα πολλή δουλειά να κάνω.

  • 彼女かのじょやさしさは、わたしこころふかのこった

    Η καλοσύνη της έμεινε βαθιά χαραγμένη στην καρδιά μου.

Κλίση

Παρόν (απλό)
残る
Παρόν (ευγενικό)
残ります
Άρνηση (απλή)
残らない
Άρνηση (ευγενική)
残りません
Παρελθόν (απλό)
残った
Παρελθόν (ευγενικό)
残りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
残らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
残りませんでした
Τε-μορφή
残って
Δυνητική
残れる
Προστακτική
残れ
Βουλητική
残ろう
Υποθετική (ば)
残れば