ざんぞん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιβίωση, παραμονή, ύπαρξη, το να απομένει κάποιος ή κάτι

Κλίση

Παρόν (απλό)
残存する
Παρόν (ευγενικό)
残存します
Άρνηση (απλή)
残存しない
Άρνηση (ευγενική)
残存しません
Παρελθόν (απλό)
残存した
Παρελθόν (ευγενικό)
残存しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
残存しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
残存しませんでした
Τε-μορφή
残存して
Δυνητική
残存できる
Προστακτική
残存しろ
Βουλητική
残存しよう
Υποθετική (ば)
残存すれば