ひん

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αρχαϊκό τοποθετώ τον νεκρό σε φέρετρο και αποδίδω τιμές, εκθέτω σε λαϊκό προσκύνημα

Κλίση

Παρόν (απλό)
殯すする
Παρόν (ευγενικό)
殯すします
Άρνηση (απλή)
殯すしない
Άρνηση (ευγενική)
殯すしません
Παρελθόν (απλό)
殯すした
Παρελθόν (ευγενικό)
殯すしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
殯すしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
殯すしませんでした
Τε-μορφή
殯すして
Δυνητική
殯すできる
Προστακτική
殯すしろ
Βουλητική
殯すしよう
Υποθετική (ば)
殯すすれば