なぐ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανταλλάσσω γροθιές, χτυπιέμαι με κάποιον, παλεύω με γροθιές, πλακώνομαι στο ξύλο

Κλίση

Παρόν (απλό)
殴り合う
Παρόν (ευγενικό)
殴り合います
Άρνηση (απλή)
殴り合わない
Άρνηση (ευγενική)
殴り合いません
Παρελθόν (απλό)
殴り合った
Παρελθόν (ευγενικό)
殴り合いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
殴り合わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
殴り合いませんでした
Τε-μορφή
殴り合って
Δυνητική
殴り合える
Προστακτική
殴り合え
Βουλητική
殴り合おう
Υποθετική (ば)
殴り合えば