殴なぐる

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χτυπάω, δέρνω, γρονθοκοπώ

Παραδείγματα

  • 彼かれを殴なぐる。

    Τον χτυπάω.

  • 怒おこって、壁かべを殴なぐってしまった。

    Θύμωσα και χτύπησα τον τοίχο.

  • どんなに腹はらが立たっても、人ひとを殴なぐるのは決けっして許ゆるされることではありません。

    Όσο θυμωμένος κι αν είσαι, το να χτυπάς έναν άνθρωπο δεν είναι ποτέ αποδεκτό.

Κλίση

Παρόν (απλό)
殴る
Παρόν (ευγενικό)
殴ります
Άρνηση (απλή)
殴らない
Άρνηση (ευγενική)
殴りません
Παρελθόν (απλό)
殴った
Παρελθόν (ευγενικό)
殴りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
殴らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
殴りませんでした
Τε-μορφή
殴って
Δυνητική
殴れる
Προστακτική
殴れ
Βουλητική
殴ろう
Υποθετική (ば)
殴れば