だんかい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σταδιοποίηση (π.χ. ιατρική θεραπεία), σταδιακός προγραμματισμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
段階分けする
Παρόν (ευγενικό)
段階分けします
Άρνηση (απλή)
段階分けしない
Άρνηση (ευγενική)
段階分けしません
Παρελθόν (απλό)
段階分けした
Παρελθόν (ευγενικό)
段階分けしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
段階分けしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
段階分けしませんでした
Τε-μορφή
段階分けして
Δυνητική
段階分けできる
Προστακτική
段階分けしろ
Βουλητική
段階分けしよう
Υποθετική (ば)
段階分けすれば