だんばし

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πήδημα πολλών σκαλοπατιών ταυτόχρονα (π.χ. όταν κάποιος βιάζεται)

Κλίση

Παρόν (απλό)
段飛ばしする
Παρόν (ευγενικό)
段飛ばしします
Άρνηση (απλή)
段飛ばししない
Άρνηση (ευγενική)
段飛ばししません
Παρελθόν (απλό)
段飛ばしした
Παρελθόν (ευγενικό)
段飛ばししました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
段飛ばししなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
段飛ばししませんでした
Τε-μορφή
段飛ばしして
Δυνητική
段飛ばしできる
Προστακτική
段飛ばししろ
Βουλητική
段飛ばししよう
Υποθετική (ば)
段飛ばしすれば