殺す
ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 σκοτώνω, θανατώνω, δολοφονώ, σφάζω
- 02 καταστέλλω, μπλοκάρω, εμποδίζω, καταστρέφω (π.χ. ταλέντο), εξουδετερώνω (π.χ. μια οσμή), χαλάω (π.χ. γεύση), κόβω (π.χ. την ταχύτητα)
- 03 καταστέλλω (π.χ. φωνή, συναισθήματα), συγκρατώ, καταπνίγω (π.χ. χασμουρητό, γέλιο), κρατάω (την ανάσα μου)
- 04 αποκλείω (δρομέα)
- 05 ενεχυριάζω, βάζω ενέχυρο
Παραδείγματα
-
息を殺す。
Κρατάω την ανάσα μου.
-
彼は感情を殺して冷静さを保った。
Κατέστειλε τα συναισθήματά του και διατήρησε την ψυχραιμία του.
-
彼は自分の才能を殺さずに、新しいことに挑戦し続けた。
Δεν άφησε το ταλέντο του να πάει χαμένο, αλλά συνέχισε να δοκιμάζει νέα πράγματα.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 殺す
- Παρόν (ευγενικό)
- 殺します
- Άρνηση (απλή)
- 殺さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 殺しません
- Παρελθόν (απλό)
- 殺した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 殺しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 殺さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 殺しませんでした
- Τε-μορφή
- 殺して
- Δυνητική
- 殺せる
- Προστακτική
- 殺せ
- Βουλητική
- 殺そう
- Υποθετική (ば)
- 殺せば
- Υποθετική (たら)
- 殺したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 殺したい
- Απαγορευτική (~な)
- 殺すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 殺しなさい
- Παθητική
- 殺される
- Αιτιατική
- 殺させる