さっちゅう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εντομοκτόνος, εξόντωση εντόμων ή παρασίτων

Κλίση

Παρόν (απλό)
殺虫する
Παρόν (ευγενικό)
殺虫します
Άρνηση (απλή)
殺虫しない
Άρνηση (ευγενική)
殺虫しません
Παρελθόν (απλό)
殺虫した
Παρελθόν (ευγενικό)
殺虫しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
殺虫しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
殺虫しませんでした
Τε-μορφή
殺虫して
Δυνητική
殺虫できる
Προστακτική
殺虫しろ
Βουλητική
殺虫しよう
Υποθετική (ば)
殺虫すれば