からじこもる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός απομονώνομαι, κλείνομαι στον εαυτό μου, κλείνομαι στο καβούκι μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
殻に閉じこもる
Παρόν (ευγενικό)
殻に閉じこもります
Άρνηση (απλή)
殻に閉じこもらない
Άρνηση (ευγενική)
殻に閉じこもりません
Παρελθόν (απλό)
殻に閉じこもった
Παρελθόν (ευγενικό)
殻に閉じこもりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
殻に閉じこもらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
殻に閉じこもりませんでした
Τε-μορφή
殻に閉じこもって
Δυνητική
殻に閉じこもれる
Προστακτική
殻に閉じこもれ
Βουλητική
殻に閉じこもろう
Υποθετική (ば)
殻に閉じこもれば