からやぶ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός σπάω το κέλυφος και ξεκινώ από την αρχή, βγαίνω από το καβούκι μου, κάνω μια νέα αρχή, ξεπερνώ τα όρια του εαυτού μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
殻を破る
Παρόν (ευγενικό)
殻を破ります
Άρνηση (απλή)
殻を破らない
Άρνηση (ευγενική)
殻を破りません
Παρελθόν (απλό)
殻を破った
Παρελθόν (ευγενικό)
殻を破りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
殻を破らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
殻を破りませんでした
Τε-μορφή
殻を破って
Δυνητική
殻を破れる
Προστακτική
殻を破れ
Βουλητική
殻を破ろう
Υποθετική (ば)
殻を破れば