からざす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάνιο κλείνομαι στο καβούκι μου, απομονώνομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
殻を閉ざす
Παρόν (ευγενικό)
殻を閉ざします
Άρνηση (απλή)
殻を閉ざさない
Άρνηση (ευγενική)
殻を閉ざしません
Παρελθόν (απλό)
殻を閉ざした
Παρελθόν (ευγενικό)
殻を閉ざしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
殻を閉ざさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
殻を閉ざしませんでした
Τε-μορφή
殻を閉ざして
Δυνητική
殻を閉ざせる
Προστακτική
殻を閉ざせ
Βουλητική
殻を閉ざそう
Υποθετική (ば)
殻を閉ざせば