殿でんどう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εισαγωγή στο πάνθεον, είσοδος στο hall of fame

Κλίση

Παρόν (απλό)
殿堂入りする
Παρόν (ευγενικό)
殿堂入りします
Άρνηση (απλή)
殿堂入りしない
Άρνηση (ευγενική)
殿堂入りしません
Παρελθόν (απλό)
殿堂入りした
Παρελθόν (ευγενικό)
殿堂入りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
殿堂入りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
殿堂入りしませんでした
Τε-μορφή
殿堂入りして
Δυνητική
殿堂入りできる
Προστακτική
殿堂入りしろ
Βουλητική
殿堂入りしよう
Υποθετική (ば)
殿堂入りすれば