まいにちこうしん

άλλο, ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθημερινή ενημέρωση, καθημερινή ανανέωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
毎日更新する
Παρόν (ευγενικό)
毎日更新します
Άρνηση (απλή)
毎日更新しない
Άρνηση (ευγενική)
毎日更新しません
Παρελθόν (απλό)
毎日更新した
Παρελθόν (ευγενικό)
毎日更新しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
毎日更新しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
毎日更新しませんでした
Τε-μορφή
毎日更新して
Δυνητική
毎日更新できる
Προστακτική
毎日更新しろ
Βουλητική
毎日更新しよう
Υποθετική (ば)
毎日更新すれば