毒を吐く
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός ξερνώ δηλητήριο, κακολογώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 毒を吐く
- Παρόν (ευγενικό)
- 毒を吐きます
- Άρνηση (απλή)
- 毒を吐かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 毒を吐きません
- Παρελθόν (απλό)
- 毒を吐いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 毒を吐きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 毒を吐かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 毒を吐きませんでした
- Τε-μορφή
- 毒を吐いて
- Δυνητική
- 毒を吐ける
- Προστακτική
- 毒を吐け
- Βουλητική
- 毒を吐こう
- Υποθετική (ば)
- 毒を吐けば
- Υποθετική (たら)
- 毒を吐いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 毒を吐きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 毒を吐くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 毒を吐きなさい
- Παθητική
- 毒を吐かれる
- Αιτιατική
- 毒を吐かせる