どく

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δηλητηριάζω (π.χ. φαγητό, ποτό), χορηγώ δηλητήριο

Κλίση

Παρόν (απλό)
毒を盛る
Παρόν (ευγενικό)
毒を盛ります
Άρνηση (απλή)
毒を盛らない
Άρνηση (ευγενική)
毒を盛りません
Παρελθόν (απλό)
毒を盛った
Παρελθόν (ευγενικό)
毒を盛りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
毒を盛らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
毒を盛りませんでした
Τε-μορφή
毒を盛って
Δυνητική
毒を盛れる
Προστακτική
毒を盛れ
Βουλητική
毒を盛ろう
Υποθετική (ば)
毒を盛れば