どく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δοκιμή φαγητού ή ποτού για ύπαρξη δηλητηρίου
  2. 02 έλεγχος γεύσης ενός φαγητού, δοκιμή της γεύσης κάποιου πράγματος

Κλίση

Παρόν (απλό)
毒味する
Παρόν (ευγενικό)
毒味します
Άρνηση (απλή)
毒味しない
Άρνηση (ευγενική)
毒味しません
Παρελθόν (απλό)
毒味した
Παρελθόν (ευγενικό)
毒味しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
毒味しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
毒味しませんでした
Τε-μορφή
毒味して
Δυνητική
毒味できる
Προστακτική
毒味しろ
Βουλητική
毒味しよう
Υποθετική (ば)
毒味すれば