れい

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναλογία, αναλογικότητα
  2. 02 συντομογραφία αναλογική εκπροσώπηση (εκλογικό τμήμα)

Κλίση

Παρόν (απλό)
比例する
Παρόν (ευγενικό)
比例します
Άρνηση (απλή)
比例しない
Άρνηση (ευγενική)
比例しません
Παρελθόν (απλό)
比例した
Παρελθόν (ευγενικό)
比例しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
比例しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
比例しませんでした
Τε-μορφή
比例して
Δυνητική
比例できる
Προστακτική
比例しろ
Βουλητική
比例しよう
Υποθετική (ば)
比例すれば