てい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υπόθεση (διαμορφωμένη μέσω σύγκρισης με άλλα παρόμοια αντικείμενα), ταυτοποίηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
比定する
Παρόν (ευγενικό)
比定します
Άρνηση (απλή)
比定しない
Άρνηση (ευγενική)
比定しません
Παρελθόν (απλό)
比定した
Παρελθόν (ευγενικό)
比定しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
比定しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
比定しませんでした
Τε-μορφή
比定して
Δυνητική
比定できる
Προστακτική
比定しろ
Βουλητική
比定しよう
Υποθετική (ば)
比定すれば