りょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σύγκριση
  2. 02 πραμάνα (γνωσιολογικό μέσο έγκυρης γνώσης), γνωσιολογία

Κλίση

Παρόν (απλό)
比量する
Παρόν (ευγενικό)
比量します
Άρνηση (απλή)
比量しない
Άρνηση (ευγενική)
比量しません
Παρελθόν (απλό)
比量した
Παρελθόν (ευγενικό)
比量しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
比量しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
比量しませんでした
Τε-μορφή
比量して
Δυνητική
比量できる
Προστακτική
比量しろ
Βουλητική
比量しよう
Υποθετική (ば)
比量すれば