るいのない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ασύγκριτος, απαράμιλλος, αταίριαστος, ασυναγώνιστος, ανεπανάληπτος, μοναδικός, πρωτοφανής

Κλίση

Παρόν (απλό)
比類のない
Παρόν (ευγενικό)
比類のないです
Άρνηση (απλή)
比類のなくない
Άρνηση (ευγενική)
比類のなくないです
Παρελθόν (απλό)
比類のなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
比類のなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
比類のなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
比類のなくなかったです
Τε-μορφή
比類のなくて
Υποθετική (ば)
比類のなければ