づくろい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αυτοπεριποίηση (ιδίως για ζώα), αμοιβαία περιποίηση (π.χ. μαϊμούδες), κοινωνική περιποίηση, προσωπική περιποίηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
毛づくろいする
Παρόν (ευγενικό)
毛づくろいします
Άρνηση (απλή)
毛づくろいしない
Άρνηση (ευγενική)
毛づくろいしません
Παρελθόν (απλό)
毛づくろいした
Παρελθόν (ευγενικό)
毛づくろいしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
毛づくろいしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
毛づくろいしませんでした
Τε-μορφή
毛づくろいして
Δυνητική
毛づくろいできる
Προστακτική
毛づくろいしろ
Βουλητική
毛づくろいしよう
Υποθετική (ば)
毛づくろいすれば