もうせんをかぶる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχαϊκό υποπίπτω σε σφάλμα, αποτυγχάνω, κάνω γκάφα
  2. 02 αρχαϊκό ξοδεύω όλα μου τα χρήματα (ιδίως σε υπηρεσίες ιερόδουλων)

Κλίση

Παρόν (απλό)
毛氈をかぶる
Παρόν (ευγενικό)
毛氈をかぶります
Άρνηση (απλή)
毛氈をかぶらない
Άρνηση (ευγενική)
毛氈をかぶりません
Παρελθόν (απλό)
毛氈をかぶった
Παρελθόν (ευγενικό)
毛氈をかぶりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
毛氈をかぶらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
毛氈をかぶりませんでした
Τε-μορφή
毛氈をかぶって
Δυνητική
毛氈をかぶれる
Προστακτική
毛氈をかぶれ
Βουλητική
毛氈をかぶろう
Υποθετική (ば)
毛氈をかぶれば