ぶか

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τριχωτός, δασύτριχος, πυκνότριχος

Κλίση

Παρόν (απλό)
毛深い
Παρόν (ευγενικό)
毛深いです
Άρνηση (απλή)
毛深くない
Άρνηση (ευγενική)
毛深くないです
Παρελθόν (απλό)
毛深かった
Παρελθόν (ευγενικό)
毛深かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
毛深くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
毛深くなかったです
Τε-μορφή
毛深くて
Υποθετική (ば)
毛深ければ