みんしゅ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκδημοκρατισμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
民主化する
Παρόν (ευγενικό)
民主化します
Άρνηση (απλή)
民主化しない
Άρνηση (ευγενική)
民主化しません
Παρελθόν (απλό)
民主化した
Παρελθόν (ευγενικό)
民主化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
民主化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
民主化しませんでした
Τε-μορφή
民主化して
Δυνητική
民主化できる
Προστακτική
民主化しろ
Βουλητική
民主化しよう
Υποθετική (ば)
民主化すれば