みんえい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωτικοποίηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
民営化する
Παρόν (ευγενικό)
民営化します
Άρνηση (απλή)
民営化しない
Άρνηση (ευγενική)
民営化しません
Παρελθόν (απλό)
民営化した
Παρελθόν (ευγενικό)
民営化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
民営化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
民営化しませんでした
Τε-μορφή
民営化して
Δυνητική
民営化できる
Προστακτική
民営化しろ
Βουλητική
民営化しよう
Υποθετική (ば)
民営化すれば