民衆化
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 λαϊκοποίηση, εκλαϊκευση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 民衆化する
- Παρόν (ευγενικό)
- 民衆化します
- Άρνηση (απλή)
- 民衆化しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 民衆化しません
- Παρελθόν (απλό)
- 民衆化した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 民衆化しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 民衆化しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 民衆化しませんでした
- Τε-μορφή
- 民衆化して
- Δυνητική
- 民衆化できる
- Προστακτική
- 民衆化しろ
- Βουλητική
- 民衆化しよう
- Υποθετική (ば)
- 民衆化すれば
- Υποθετική (たら)
- 民衆化したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 民衆化したい
- Απαγορευτική (~な)
- 民衆化するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 民衆化しなさい
- Παθητική
- 民衆化される
- Αιτιατική
- 民衆化させる