がする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 νιώθω (σαν να), αισθάνομαι (σαν να), έχω την αίσθηση (ότι), υποψιάζομαι (ότι)
  2. 02 έχω όρεξη να, θέλω να

Παραδείγματα

  • つかれたがします

    Νιώθω κουρασμένος/η.

  • あめるようながします

    Έχω την αίσθηση ότι θα βρέξει.

  • かれわたしなにかをかくしているようながしてすこ不安ふあんになります。

    Έχω την αίσθηση ότι μου κρύβει κάτι, και αυτό με κάνει να νιώθω λίγο ανήσυχος/η.

Κλίση

Παρόν (απλό)
気がする
Παρόν (ευγενικό)
気がします
Άρνηση (απλή)
気がしない
Άρνηση (ευγενική)
気がしません
Παρελθόν (απλό)
気がした
Παρελθόν (ευγενικό)
気がしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
気がしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
気がしませんでした
Τε-μορφή
気がして
Δυνητική
気ができる
Προστακτική
気がしろ
Βουλητική
気がしよう
Υποθετική (ば)
気がすれば